Ο “σουλτάνος” μπορεί να απειλεί, να προκαλεί και να εκβιάζει όμως στο τέλος της ημέρα αποφασίζει πάντα με τη λογική, δεν ρισκάρει και ποντάρει στα σίγουρα.
Όλα όσα έγιναν τις τελευταίες εβδομάδες αμέσως μετά την υπογραφή της παράνομης συμφωνίας μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης αποδεικνύουν περίτρανα αυτό το οποίο υποστηρίζουν εδώ και χρόνια όχι μόνο οι Έλληνες Επιτελείς αλλά και όσοι γνωρίζουν καλά την τουρκική πολιτική και τον πρόεδρο Ερντογάν.
Ο “σουλτάνος” μπορεί να απειλεί, να προκαλεί και να εκβιάζει όμως στο τέλος της ημέρας και όταν φτάνει η ώρα της κρίσης αποφασίζει πάντα με τη λογική, δεν ρισκάρει, ποντάρει στα σίγουρα και κρατά τη χώρα σε safe mode.
Παρά τις αρχικές μεγαλόστομες δηλώσεις ότι θα σταθεί με κάθε τρόπο στο πλευρό του “συμμάχου” Φαγέζ Αλ Σάρατζ φαίνεται ότι στη συνέχεια “ζύγισε” την κατάσταση, τις δυνατότητες των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, τις συμμαχίες, τους αντιπάλους και το κόστος εμπλοκής στον λιβυκό πόλεμο. Και όπως φαίνεται πήρε την απόφαση περιορισμένης και εκ του ασφαλούς στρατιωτικής στήριξης των δυνάμεων του GNA.
Ένας υποστράτηγος, ομάδες πολιτοφυλακής Τουρκμένων και φανατικών Ισλαμιστών που μεταφέρονται με πολιτικά αεροσκάφη, ίσως κάποια στελέχη των Ειδικών Επιχειρήσεων, μη επανδρωμένα UAV BAYRAKTAR, Τεθωρακισμένα Οχήματα Μεταφοράς Προσωπικού και ελαφρύς οπλισμός φαίνεται ότι αποτελούν έως τώρα τη “συνεισφορά” της Άγκυρας στο μέτωπο των επιχειρήσεων.
Όσο ισχυρός κι αν νιώθει ο Τούρκος πρόεδρος, όποια ιδέα κι αν έχει για τις δυνατότητες του στρατού του, τα δεδομένα μιας εκτεταμένης εμπλοκής των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στο έδαφος, τον αέρα και τη θάλασσα της Λιβύης είναι ξεκάθαρα, όπως εκτιμούν όχι μόνο οι Έλληνες Επιτελείς αλλά και γεωστρατηγικοί αναλυτές.
Ο βαθμός δυσκολίας ώστε να επιτύχει μια τέτοια επιχείρηση εκατοντάδες μίλια μακριά από τα εδάφη της Τουρκίας εκτινάσσεται στα ύψη. Ειδικά, όταν ανάμεσα στις δύο χώρες μεσολαβεί θάλασσα και εναέριος χώρος που ανήκει στην κυριαρχία κρατών όπως η Ελλάδα και η Αίγυπτος.
Αθήνα και Κάιρο έδειξαν τις προθέσεις τους αμέσως μετά τη συμφωνία της Κωνσταντινούπολης τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο και έμπρακτα. Ακολούθησε η επίσκεψη Δένδια στη Βεγγάζη και ο σκληρές δηλώσεις της αιγυπτιακής ηγεσίας. Η Αθήνα ξεκαθάρισε ότι δεν θα επιτρέψει παραβίαση κυριαρχικών της δικαιωμάτων ακόμα και με στρατιωτικά μέσα αν χρειαστεί ενώ το Κάιρο έβγαλε στόλο και πολεμική αεροπορία στη Μεσόγειο για ασκήσεις. Και οι δύο χώρες φρόντισαν να στείλουν το μήνυμα ότι δεν θα επιτρέψουν να περάσουν από τον εναέριο χώρο τους πολεμικά αεροσκάφη της Άγκυρας. Την ίδια ώρα άκαρπη αποδείχθηκε η προσπάθεια Ερντογάν εξασφαλίσει από το Μαρόκο στρατιωτικές βάσεις για τα αεροσκάφη και τα πλοία του.
Έτσι, η Τουρκία φαίνεται να αποφασίζει ότι δεν μπορεί να στηρίξει μια εκτεταμένη επιχείρηση του τουρκικού στρατού στη Λιβύη και να προχωρά σε μια λύση ανάγκης προκειμένου να δείξει την στήριξή της στην κυβέρνηση Σάρατζ.
Για το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο το οποίο “διαβάζει” και αναλύει κάθε στρατιωτική κίνηση της Άγκυρας η απόφαση Ερντογάν για ‘’χλιαρή’’ έως τώρα εμπλοκή ήταν αναμενόμενη. Όπως σημειώνουν Επιτελείς η Τουρκία προτιμά να περιμένει την κατάλληλη στιγμή παρά να αναλάβει δράση υψηλού ρίσκου με κίνδυνο να εξαναγκαστεί σε υποχώρηση πριν υποστεί ταπεινωτική ήττα.
Το ίδιο ακριβώς επισημαίνουν ότι ισχύει τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Κάθε ενέργεια της Άγκυρας σε στρατιωτικό επίπεδο είναι προσεκτικά “ζυγισμένη” και πάντα η Τουρκία αποφασίζει να δράσει μόνο όταν νιώθει ότι έχει σε συντριπτικό ποσοστό τις πιθανότητες με το μέρος της. Και πάντα μετράει τόσο την ισχύ και αποφασιστικότητα του αντιπάλου όσο και τις πιθανές αντιδράσεις των μεγάλων ‘’παικτών’’ με συμφέροντα στην περιοχή. Όπως άλλωστε έκανε πρόσφατα και κατά την εισβολή στη Συρία.
Τόσο το 1987 με το “Σισμίκ” στο Βορειοανατολικό Αιγαίο όσο και τον Οκτώβριο του 2018 στο Καστελόριζο με το “Μπαρμπαρός” απέναντι στον “Νικηφόρο Φωκά” αποφάσισε να μην προχωρήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση εκτιμώντας την κατάσταση και τις ισορροπίες. Αντίθετα λίγους μήνες νωρίτερα τον Φεβρουάριο του 2018 δεν δίστασε να στείλει πολεμικά της πλοία να σταθούν απέναντι από το γεωτρύπανο SAIPEM 12000 της Ιταλικής ΕΝΙ στο οικόπεδο 3 της Κυπριακής ΑΟΖ και να το εξαναγκάσουν να αποχωρήσει.
Οι Έλληνες Επιτελείς σημειώνουν με νόημα ότι με τα ίδια κριτήρια θα αποφασίσει η Άγκυρα το επόμενο διάστημα εάν θα προχωρήσει σε απόπειρες έρευνας για υδρογονάνθρακες τόσο στην περιοχή του Καστελόριζου όσο και Νότια της Κρήτης.
