Ως «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» αναγνώρισε η Ρωσία την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (πΓΔΜ), παρά τις επιφυλάξεις που είχε εκφράσει στην αρχή για τη νομιμότητα της αλλαγής του ονόματος της γειτονικής χώρας.
«Την 19η Φεβρουαρίου 2019 η ρωσική πρεσβεία στα Σκόπια έλαβε ένα σημείωμα από το υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων της Δημοκρατίας της Μακεδονίας με την ειδοποίηση της αλλαγής της επίσημης ονομασίας αυτής της χώρας σε Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», τονίζει το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών σε ανακοίνωσή του.
«Η Ρωσική Ομοσπονδία αναγνωρίζει αυτή τη χώρα με την νέα ονομασία Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», υπογραμμίζεται στην ανακοίνωση.
Η Μόσχα ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν είχε εκφράσει την αντίθεσή της απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών, εκφράζοντας μάλιστα την άποψη ότι η απόφαση της Βουλής της γείτονος για τη Συνταγματική Αναθεώρηση που «ξεκλείδωσε» τη Συμφωνία επιβλήθηκε έξωθεν, ενώ το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών δεν είχε διστάσει να επικρίνει την ελληνική κυβέρνηση, κατηγορώντάς την πως αγνόησε τη γνώμη του λαού και δεν μίλησε καν για δημοψήφισμα.
Υπενθυμίζεται ότι η Συμφωνία των Πρεσπών συνήφθη τον Ιούνιο του 2018 από τα Σκόπια και την Αθήνα και προέβλπε τη μετονομασία της πΓΔΜ σε «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», μία εξέλιξη η οποία αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και στις δύο χώρες.
Παρόλα αυτά, η Βουλή της Βόρειας Μακεδονίας ενέκρινε στις 11 Ιανουαρίου του 2019 την αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία συνεπάγεται την αλλαγή της επίσημης ονομασίας του κράτους. Από την πλευρά της, η Βουλή των Ελλήνων επικύρωσε τη Συμφωνία των δύο πλευρών στις 25 Ιανουαρίου του 2019.
Ρώσος πρέσβης στην ΕΕ: Αντί να επιλυθεί ένα παλιό πρόβλημα, μπορεί να δημιουργηθούν πολλά νέα
«Δυστυχώς, αντί να επιλυθεί ένα παλιό πρόβλημα, η Συμφωνία Πρεσπών μπορεί να δημιουργήσει πολλά νέα», είχε σχολιάσει προ ημερών ο Ρώσος πρέσβης στην ΕΕ, Βλαντιμίρ Τσίζοφ.
«Το θέμα είναι ότι, προωθώντας τη Συμφωνία των Πρεσπών, οι δυτικοί συνάδελφοί μας δεν καθοδηγήθηκαν από την επιθυμία να βοηθήσουν στην επίλυση ενός παραμελημένου περιφερειακού προβλήματος. Επιδίωξαν έναν εντελώς διαφορετικό στόχο, δηλαδή την ενσωμάτωση μιας ακόμη βαλκανικής χώρας στο ΝΑΤΟ όσο το δυνατόν συντομότερα και με κάθε τίμημα, συμπεριλαμβανομένου του εκβιασμού και της δωροδοκίας», τόνισε ο κ. Τσιζό
