Εννέα χρόνια μετά τα προγράμματα διάσωσης, η Αθήνα προσπαθεί να τραβήξει μια κόκκινη γραμμή σε μια περίοδο αναταραχής, καθώς καταργεί τα capital controls, γράφει το Sky News
Η τεράστια απώλεια εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία μεταξύ των επενδυτών κλιμακώθηκε όταν το 2010 η χώρα δεν μπορούσε πλέον να δανειστεί από τις χρηματοπιστωτικές αγορές – κάτι που ήταν απαραίτητο λόγω της χρόνιας ανικανότητάς της να εξισορροπήσει τον ισολογισμό της, αναφέρει σε άρθρο του για την ελληνική οικονομία το Sky News.
Η Αθήνα αναγκάστηκε να επιδιώξει πρόγραμμα διάσωσης από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και, τον Μάιο του 2010, η λεγόμενη «τρόικα» ενέκρινε το πρώτο από τα πακέτα διάσωσης ύψους 110 δισ. ευρώ, θυμίζει το δημοσίευμα.
Τα δάνεια, συνεχίζει, ερχόταν με απαιτήσεις και η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει μια σειρά μέτρων με στόχο να ευθυγραμμιστούν οι δημόσιες δαπάνες της με τα φορολογικά έσοδά της.
Τον Ιανουάριο του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ, υπό την ηγεσία του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, ανέλαβε την κυβέρνηση. Ο ίδιος και ο χαρισματικός νέος υπουργός Οικονομικών του, Γιάνης Βαρουφάκης, υποσχέθηκαν να βρουν πετύχουν καλύτερες συνθήκες με την τρόικα και μάλιστα διεξήγαγαν δημοψήφισμα στο οποίο το 61% των συμμετεχόντων ψήφισε υπέρ της απόρριψης των υφιστάμενων μέτρων.
Ο κ. Τσίπρας – ο οποίος τελικά αποδέχτηκε τους όρους της τρόικας – υποχρεώθηκε τον Ιούνιο του ίδιου έτους να επιβάλει capital controls για να αποτρέψει την πλήρη κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος της χώρας, γράφει το δημοσίευμα.
Εφαρμόστηκαν περιορισμοί στο ποσό που θα μπορούσαν να μεταφερθούν από ελληνικές τράπεζες σε ξένες, οι τράπεζες έκλεισαν για 20 ημέρες και, όταν άνοιξαν ξανά, οι αναλήψεις μετρητών περιορίζονταν σε 60 ευρώ την ημέρα.
Σήμερα, ωστόσο, αναφέρει το Sky News, το θέμα φαίνεται να έχει μείνει στο παρελθόν, καθώς οι κεφαλαιακοί έλεγχοι έχουν τελικά καταργηθεί.
Και αυτό μοιάζει σαν μια μεγάλη στιγμή. Αλλά μπορούμε να πούμε οριστικά ότι η ελληνική οικονομία έχει γυρίσει αλλάξει σελίδα, αναρωτιέται ο αρθρογράφος;
Σε κάποιο βαθμό, η αγορά φαίνεται να το πιστεύει.
Ο ελληνικός χρηματιστηριακός δείκτης έχει ενισχυθεί κατά 40% από την αρχή του έτους.
Νωρίτερα φέτος, η κυβέρνηση εξέδωσε ομόλογα για πρώτη φορά από τότε που η Ελλάδα έφυγε από το πρόγραμμα διάσωσης τον Αύγουστο του περασμένου έτους, ενώ ακόμα καλύτερα, το κόστος δανεισμού της Ελλάδας – όπως υποδηλώνει η απόδοση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου – έχει πέσει χαμηλότερα από εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το ελληνικό 5ετές ομόλογο έχει σήμερα απόδοση 0,95%, ενώ το αντίστοιχο αμερικανικό 1,39%.
Παράλληλα, τονίζει το άρθρο, η ελληνική οικονομία αυξήθηκε κατά 1,4% το 2017 και κατά 1,9% πέρυσι, παρά την ελαφρά συρρίκνωση κατά τους τελευταίους τρεις μήνες του 2018, ενώ τους πρώτους τρεις μήνες του 2019 αυξήθηκε κατά 1,3% σε ετήσια βάση.
Το δημοσίευμα αναφέρει επίσης την άνοδο των τιμών των ακινήτων και τις επενδύσεις των Κινέζων σε αυτά, τις ιδιωτικοποιήσεις καθώς και την είσοδο ξένων κεφαλαίων στη χώρα ως περαιτέρω ενδείξεις ότι η οικονομία ανακάμπτει.
Ωστόσο, συνεχίζει, η πρόοδος φαίνεται αργή.
Η ανεργία στη χώρα, παρά το γεγονός ότι μειώθηκε κάθε χρόνο από το 2013, παραμένει στο 18% – το υψηλότερο στην ευρωζώνη – ενώ το brain drain κατά τη διάρκεια της κρίσης έφτασε τους 400.000 Έλληνες.
Ο κ. Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του πρέπει να βρουν έναν τρόπο να τους προσελκύσουν πάλι στην Ελλάδα.
Οι τράπεζες της Ελλάδας, εν τω μεταξύ, κατάφεραν να προσελκύσουν περισσότερες καταθέσεις, αλλά εξακολουθούν να επιβαρύνονται με μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους 80 δισ. ευρώ. Επομένως, η κατάργηση των capital controls θα έπρεπε να αποτελέσει μείζονα παράγοντα για την περαιτέρω ανάπτυξη. Όπως διαπίστωσε η Ισλανδία, όταν κατάργησε τους οικονομικούς ελέγχους μετά από τη δική της κρίση, οι διεθνείς επενδυτές είναι πολύ πιθανό να επενδύσουν σε μια χώρα όταν γνωρίζουν ότι μπορούν να βγάλουν τα χρήματά τους εάν χρειαστεί.
Αλλά θα χρειαστεί πολύς χρόνος προτού η ελληνική οικονομία, η οποία υποχώρησε κατά 25% την τελευταία δεκαετία, επανέλθει στο μέγεθος που ήταν πριν από την κρίση, καταλήγει το δημοσίευμα
