Τι οδηγεί τους εφήβους στην παραβατικότητα;

Γράφει η Τιτίνα Στάμου

«Η εφηβεία είναι το εξελικτικό στάδιο που αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση ως προς την ψυχολογική, σεξουαλική, σχεσιακή και συναισθηματική ισορροπία του εφήβου με τον εαυτό του, με τους άλλους (ιδιαίτερα τους ενήλικες) και με το περιβάλλον, καθιστώντας έτσι τους νέους πιο ευάλωτους και πιο αδύναμους». 

Ένα πλήθος παραγόντων μπορεί να οδηγήσει τους εφήβους στην παραβατικότητα. Τα παραπτώματα μπορεί να μην είναι σοβαρά, αλλά είναι σημαντικό να αντιμετωπιστούν νωρίς, καθώς μπορεί να εξελιχθούν σε μια ενήλικη ζωή παραβατικότητας. Ένας πρώτος παράγοντας είναι οι αποτυχίες στις αναμενόμενες λειτουργίες των συμβατικών δομών κοινωνικοποίησης (οικογένεια και σχολείο). Οι διαλυμένες, ασταθείς ή απούσες οικογένειες (που δεν ανήκουν απαραίτητα σε μια αδύναμη κοινωνική, πολιτιστική ή οικονομική ομάδα) ή τα κοινωνικοοικονομικά μειονεκτήματα είναι δύο μόνο παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν στην παραβατικότητα. H εθνοπολιτισμική, θρησκευτική ή έμφυλη αποξένωση και περιθωριοποίηση παίζει επίσης ένα μεγάλο ρόλο.

Ένας άλλος παράγοντας είναι οι σχέσεις με τους συνομηλίκους και οι ομάδες. Το ομαδικό περιβάλλον γίνεται για τους εφήβους ένας χώρος κάλυψης των συναισθηματικών ελλείψεων που προκαλούνται από τα σημαντικά πρόσωπα στη ζωή τους. H εμπειρία με τους συνομηλίκους γίνεται θεμελιώδης και καθοριστική για την ανάπτυξη της ταυτότητάς τους, καθώς αυτή η ομάδα/περιβάλλον μπορεί να γίνει τόπος έκφρασης και παραγωγής δυσφορίας και παραβατικότητας.

Η ποιότητα τους περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκονται τα παιδιά μπορεί να παίζει ένα σημαντικό ρόλο. Τα σχολεία που είναι υπερπλήρη, υποχρηματοδοτούμενα, έχουν κακή οργάνωση και δεν προωθούν ασφαλή περιβάλλοντα μάθησης, μπορεί να στερούνται πειθαρχίας και τάξης και ως εκ τούτου να δίνουν στα παιδιά την ευκαιρία να συμπεριφέρονται παραβατικά. Άρα, δεν δίνουν όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα τις ίδιες ευκαιρίες στα παιδιά. Κάποια σχολεία είναι υπερφορτωμένα με πάρα πολλές υποχρεώσεις και ευθύνες (συχνά εκτός της άμεσης αρμοδιότητάς τους) και απροετοίμαστα για τη διαχείριση τέτοιων φαινομένων. 

Ωστόσο, δεν είναι μόνο η οργάνωση του σχολικού συστήματος και οι εγκαταστάσεις του σχολείου (π.χ.σχολεία που μοιάζουν με φυλακές) που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των παιδιών. Κατεστραμμένες γειτονιές, υποβαθμισμένες περιοχές και ετοιμόρροπα σπίτια είναι κι αυτοί παράγοντες εμφάνισης βίας εκ μέρους των εφήβων. Ακόμη, όσον αφορά στις σύγχρονες πόλεις, αυτές πολλές φορές στερούνται χώρων στους οποίους οι νέοι μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα με θετικό τρόπο και δημιουργικά, να μαζευτούν και να ψυχαγωγηθούν. 

Η καταστολή χαρακτηριστικών της εφηβικής ηλικίας οδηγεί τους νέους στο να εκφράσουν, μόλις τους δοθεί η ευκαιρία και με έντονο τρόπο, αυτό που διαφορετικά δεν θα ακουγόταν ή δεν ακούγεται. Έτσι, οι ομάδες νέων προκειμένου να εκδηλώσουν την εγγενή ανάγκη όλων των εφήβων να κατανοήσουν τον εαυτό τους και να επιτύχουν την αυτονομία τους, καταλήγουν να εκφράζονται με δυσλειτουργικό τρόπο. 

Επιπρόσθετα, πρέπει να αναφερθούμε σε συμπτώματα διαταραχών της προσωπικότητας όπως «απερισκεψία, έλλειψη αίσθησης ευθύνης και αναστολών, έλλειψη ενοχής ή λύπης, συναισθηματική φτώχεια, έλλειψη στόχων και ανεπαρκής ικανότητα ανάπτυξης σχέσεων». Ένας έφηβος ο οποίος προβαίνει σε κάποιες κακές συμπεριφορές δεν σημαίνει ότι μεγαλώνοντας θα γίνει εγκληματίας. Πολλές συμπεριφορές είναι μέρος της εφηβικής ηλικίας. Εντούτοις, αν μία/ένας έφηβη/έφηβος έχει έντονη παραβατική συμπεριφορά, γίνεται βίαιη/ος, διαπράττει εγκληματικές πράξεις ή αδικήματα τότε αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Η παραβατική συμπεριφορά μπορεί να ποικίλει από μικρές παραβιάσεις, όπως η κοπάνα μέχρι πιο σοβαρά εγκλήματα, όπως διάρρηξη και επίθεση. Ένας εξειδικευμένος ψυχολόγος θα μπορέσει να βοηθήσει το παιδί και την οικογένεια.

H τεχνολογία παίζει επίσης ένα πολύ βασικό ρόλο. Η υπερβολική χρήση του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, σε συνάρτηση με την απουσία κοινωνικών επαφών, ιδιαίτερα κατά την παιδική ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση, συναισθηματική φτώχεια και έλλειψη ενσυναίσθησης. 

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι πρέπει να δοθεί προσοχή στον τρόπο αντιμετώπισης κάποιου περιστατικού. Ο/η έφηβος/έφηβη δεν πρέπει να στιγματιστεί, δεν πρέπει να αποκτήσει την «ετικέτα» του παραβατικού. Κάποια μεμονωμένα περιστατικά παραβατικότητας δεν πρέπει να καθορίζουν για πάντα ένα άτομο, ειδικά στη νεαρή ηλικία. Αν οι γύρω του (οικογενειακό, σχολικό, κοινωνικό περιβάλλον), του συμπεριφέρονται σαν να είναι παραβατικός, εξαιτίας κάποιων περιστατικών, τότε αυτό μπορεί να οδηγήσει το παιδί στην υιοθέτηση συμπεριφορών που ταιριάζουν με αυτή την «ετικέτα», επειδή αισθάνεται ότι οι άλλοι περιμένουν από αυτό να συμπεριφερθεί με αυτό τον τρόπο ή και επειδή στην πραγματικότητα του συμπεριφέρονται διαφορετικά και το περιθωριοποιούν.

Επομένως, ένα πλήθος παραγόντων μπορεί να οδηγήσουν στην παραβατικότητα. Ο γονέας πρέπει να είναι κοντά στο παιδί και να δημιουργεί ένα ασφαλές περιβάλλον ώστε το παιδί να μπορεί να εκφραστεί χωρίς καταπίεση μεν αλλά με τα απαραίτητα όρια δε. Το σημαντικό είναι να αντιμετωπιστούν κατάλληλα οι συμπεριφορές αυτές, όσο πιο νωρίς γίνεται, ακόμα κι αν σε πρώτη ανάλυση δεν φαίνονται σοβαρές. 

Πηγή

Rosa, R. & Madonna, G. (2020). Youth deviance in group and prevention in educational-training contexts: Biodanza SRT as a strategy for the development of personal skills and talents. Journal of Human Sport and Exercise, 15(3proc), S562-S574. doi:https://doi.org/10.14198/jhse.2020.15.Proc3.09

The post Τι οδηγεί τους εφήβους στην παραβατικότητα; appeared first on CSIi – Cyber Security International Institute.

Πηγή : https://www.csii.gr/

Μετάβαση στο περιεχόμενο